Αθηνά Παπαφωτίου: «Ταλέντο υπάρχει, η οργάνωση θα κάνει τη διαφορά»

Η επίσημη ιστοσελίδα του ΠΑΣΑΠ ανοίγει ξανά τις πύλες του και φιλοξενεί σήμερα την πασαδόρο της γαλλικής Μιλούζ, Αθηνά Παπαφωτίου σε μία πολύ ενδιαφέρουσα κι απολαυστική συνέντευξη.

Η Ελληνίδα αθλήτρια στα 29 της χρόνια έχει γεμίσει το βιογραφικό της με αμέτρητες παραστάσεις σε υψηλό επίπεδο, όντας εδώ και μία πενταετία στο εξωτερικό όπου διαπρέπει, κρατώντας ψηλά την σημαία του ελληνικού βόλεϊ.

Έκανε τα πρώτα της βήματα στα Ιλίσια και την Αγία Παρασκευή πριν αποκτηθεί από τον Πανιώνιο. Ακολούθησε ο Παναθηναϊκός με τον οποίο κατέκτησε το πρωτάθλημα Ελλάδος το 2011, επιτυχία που σημείωσε και με την επόμενη ομάδα της, την ΑΕΚ, το 2012.

Από τη σεζόν 2014-15 βρίσκεται στο εξωτερικό. Πρώτος σταθμός η Στουτγκάρδη με την οποία έπαιξε στους τελικούς του πρωταθλήματος, ακολούθησε η πρώτη θητεία στη Μιλούζ και η κατάκτηση της κορυφής της Γαλλίας το 2017. Στη συνέχεια αγωνίστηκε στην μετέπειτα πρωταθλήτρια Ιταλίας Κονελιάνο, ενώ το περσινό καλοκαίρι πανηγύρισε το χρυσό μετάλλιο στο πολωνικό πρωτάθλημα με τη φανέλα της Λοτζ.

Έχοντας πλέον επιστρέψει στη Μιλούζ, η Αθηνά Παπαφωτίου μιλά στο pasap.eu για όλους και για όλα, τις παραστάσεις της από το εξωτερικό, την Εθνική Ελλάδος, τις προσωπικές της φιλοδοξίες, ενώ παρουσιάζει τις δικές της ιδέες για ένα καλύτερο αύριο για το ελληνικό βόλεϊ.

Απολαύστε τη:

– Η φετινή σεζόν σε βρίσκει πίσω στη Μιλούζ, με την οποία έζησες το όνειρο της κατάκτησης του πρωταθλήματος το 2017. Πώς πηγαίνουν τα πράγματα εκεί στη δεύτερη θητεία σου; Η ομάδα κάνει και πάλι πορεία πρωταθλητισμού…

Α.Π.: «Ναι, η ομάδα βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στην πρώτη θέση. Είχαμε από την αρχή στόχο να είμαστε ψηλά, και ιδανικά να κατακτήσουμε το πρωτάθλημα και το κύπελλο, αν και δεν γνωρίζαμε και την δυναμικότητα των υπόλοιπων ομάδων. Με τον καιρό όμως και με τα παιχνίδια, είμαστε πρώτες και όλα πάνε καλά. Παράλληλα, το Σαββατοκύριακο που έρχεται (02-03/03) είναι το Final Four του Κυπέλλου που το διοργανώνουμε εμείς και θέλουμε να φτάσουμε στην κατάκτηση του τροπαίου».

– Εδώ και μία πενταετία, αγωνίζεσαι μακριά από την Ελλάδα και μάλιστα σε πολύ υψηλό επίπεδο. Με βάση τις παραστάσεις που έχεις, ποιες είναι οι διαφορές αλλά και οι ομοιότητες, αν υπάρχουν, που εντοπίζεις μεταξύ του βόλεϊ στη χώρα μας και στο εξωτερικό;

Α.Π.: «Η βασική διαφορά είναι ότι η αντιμετώπιση του βόλεϊ ως προϊόν στην Ελλάδα είναι κάτι άγνωστο, όταν στο εξωτερικό υπάρχει ολόπλευρη προσέγγιση, οργάνωση και διοίκηση γύρω από αυτό.

Οι ομάδες έξω σε αντιμετωπίζουν ως εργαζόμενο. Σε όλες τις χώρες που έπαιξα και κυρίως στη Γαλλία και τη Γερμανία ήμουν καλυμμένη, σαν υπάλληλος του Κράτους. Η νοοτροπία στο εξωτερικό επίσης ως προς το πώς σε αντιμετωπίζουν ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων είναι τέτοια που σου δίνει αξία.

Πολλές Ελληνίδες αθλήτριες θα μπορούσαν να έχουν μία πολύ πετυχημένη πορεία στο εξωτερικό γιατί θα βρεθούν σε διαφορετικές συνθήκες οι οποίες θα τους επιτρέψουν να επικεντρωθούν στο βόλεϊ και να γίνουν καλύτερες. Ναι, υπάρχει διαφορά στο επίπεδο, αλλά κατά τη γνώμη μου έχει να κάνει με την οργάνωση, όχι με το υλικό.

Μία άλλη διαφορά είναι ότι σε μία ομάδα του εξωτερικού υπάρχει μία σαφής διάκριση ρόλων κι ευθυνών. Στην Ελλάδα, υπάρχει ένας πρόεδρος που κατά βούληση πληρώνει, ένας team manager που δεν ξέρουμε κανείς τι κάνει. Αυτό συμβαίνει κατά πλειοψηφία, γνωρίζω ότι υπάρχουν σωματεία που ξεφεύγουν από αυτό όπως ο Ολυμπιακός. Για παράδειγμα, αυτό που έγινε με την Ηλιούπολη, διότι η δικαιολογία που άκουσαν τα κορίτσια ήταν τραγική. Στη Γαλλία, όλα τα συμβόλαια είναι νομικά κατωχυρωμένα και για τις Γαλλίδες αλλά και για τις ξένες.

Το κομμάτι του marketing επίσης είναι πολύ σημαντικό, καθώς στην Ελλάδα αγνοείται. Οι χορηγοί δεν έχουν κίνητρο να επενδύσουν γιατί ο κόσμος δεν πάει στο γήπεδο κι επομένως δεν κερδίζουν κάτι. Σε όσες ομάδες έπαιξα, παίζαμε με 2.500-3.000 κόσμο κάθε φορά και παράλληλα υπήρχε ομάδα εργασίας που τον ψυχαγωγούσε. Είναι μία αλυσίδα marketing όλο αυτό.

Κάποιες ελληνικές ομάδες που λειτουργούν καλύτερα στο κομμάτι του marketing, όπως ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός ή ο ΠΑΟΚ, στηρίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο ποδόσφαιρο. Κάτι που δεν είναι λάθος, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει μία αφετηρία για να επενδύσουν και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους και να αυτονομηθούν, να μην είναι πυροτέχνημα.

Αγαπώ πραγματικά τη χώρα μου και θα ήθελα να την δω να αναπτύσσεται. Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω κι εγώ προς αυτήν την κατεύθυνση. Νομίζω ότι πρέπει να γίνουν βασικές αλλαγές για να μπορέσει το ελληνικό βόλεϊ να πάρει τα πάνω του και να φτάσει σε επίπεδο που να του αξίζει».

– Είναι δεδομένο ότι το ελληνικό βόλεϊ υστερεί σε πολλά συγκριτικά με το βόλεϊ του εξωτερικού. Ωστόσο, το να παίζεις στη χώρα σου δεν σου λείπει κάπως;

Α.Π.: «Η Ελλάδα μου λείπει σαν χώρα. Ποιος δεν θα ήθελε να είναι στη χώρα του; Δεν θα άλλαζα όμως εύκολα τις συνθήκες υπό τις οποίες αγωνίζομαι στο εξωτερικό. Δεν σημαίνει όμως αυτό πως οτιδήποτε έξω από την Ελλάδα είναι καλύτερο ή το ιδανικό, διότι μπορεί απλά εγώ να είμαι τυχερή επειδή οι ομάδες που έπαιξα κάνουν πρωταθλητισμό, πράγμα που σημαίνει ότι είναι πάρα πολύ καλά οργανωμένες. Σε όλες τις χώρες που έπαιξα, υπήρχαν ομάδες με πολλά οργανωτικά προβλήματα, δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Δεν είναι όμως ο κανόνας αυτό».

– Τι θα άλλαζες, εάν σου δινόταν η ευκαιρία να διοικήσεις το ελληνικό βόλεϊ και να λάβεις αποφάσεις;

Α.Π.: «Θεωρώ ότι οι άνθρωποι που διοικούν το ελληνικό βόλεϊ ενδιαφέρονται γι’ αυτό. Είναι κάτι που δεν το αμφισβητώ. Αλλά δεν σημαίνει όμως ότι το ενδιαφέρον από μόνο του μπορεί να φέρει καλό αποτέλεσμα, διότι χρειάζεται και η τεχνογνωσία. Χρειάζονται άνθρωποι που να ξέρουν τι πρέπει να γίνει για να επιτευχθούν οι στόχοι. Είναι ένα κομμάτι που πιστεύω ότι θα με ενδιέφερε.

Για μένα θα πρέπει να δοθεί βάση στις ακαδημίες και στα παιδάκια που τώρα ξεκινούν το βόλεϊ. Πρέπει να καταρτιστούν από προπονητές που γνωρίζουν κι έχουν συγκεκριμένο πλάνο και στοχοθέτηση, που είναι και η βασική έλλειψη στο ελληνικό βόλεϊ. Δεν είναι θέμα ταλέντου. Πάρα πολλά παιδιά και ειδικά στο γυναικείο είναι πολύ ποιοτικά και θα πρέπει να αξιοποιούνται και να εξελίσσονται. Να ξεκαθαρίσω βέβαια ότι αυτή είναι η εικόνα που εγώ έχω πριν πέντε χρόνια, δεν γνωρίζω αν κάτι έχει αλλάξει στο μεσοδιάστημα που λείπω».

– Η Εθνική Γυναικών ετοιμάζεται για το ταξίδι στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα το καλοκαίρι. Η κλήση σου είναι ένας από τους στόχους που έχεις θέσει; Πόσο έτοιμη νιώθεις να βοηθήσεις το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα;

Α.Π.: «Ναι, φυσικά. Έχω δηλώσει ότι είμαι διαθέσιμη. Είναι μία πολύ σπουδαία διοργάνωση και είναι πάρα πολύ σημαντικό που οι Εθνικές και των Ανδρών και των Γυναικών θα βρίσκονται στο Πανευρωπαϊκό. Είναι μία ευκαιρία ίσως μοναδική να δούμε ουσιαστικά σε τι επίπεδο βρισκόμαστε συγκριτικά με το ευρωπαϊκό βόλεϊ το οποίο αναπτύσσεται ταχύτατα. Αλλάζει κάθε χρόνο. Γι’ αυτό το λόγο θα είναι καλό να βοηθήσουμε όλοι σε αυτήν την προσπάθεια, όπως βέβαια κρίνει η ομοσπονδία και ο προπονητής».

– Πώς κρίνεις την μέχρι τώρα πορεία του νέου ΔΣ του ΠΑΣΑΠ και το έργο που επιτελεί ο Σύνδεσμος;

Α.Π.: «Γνωρίζω ότι υπάρχει κάποια ανανέωση. Ο Βασίλης Μηνούδης έθεσε κάποιες βάσεις μαζί με τους ανθρώπους του και το νέο ΔΣ του ΠΑΣΑΠ προσπαθεί να φέρει νέες καινοτομίες, σύμφωνα με αυτό που εγώ έχω καταλάβει. Στις Γυναίκες, η κατάσταση δυστυχώς είναι πολύ δύσκολη. Το πιο δύσκολο είναι να πείσεις το καθεστώς για πράγματα που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα. Ο δρόμος είναι ακόμη πολύ μακρύς αλλά γίνεται μία πολύ μεγάλη προσπάθεια και όλο και περισσότερες αθλήτριες αρχίζουν να ενδιαφέρονται και να το δηλώνουν μέσω και του ΠΑΣΑΠ. Από κει και πέρα, είναι στο χέρι των θεσμικών φορέων κατά πόσο θέλουν να αλλάξουν το καθεστώς. Χρειάζονται πράξεις. Πρέπει όμως να είναι και οι αθλητές κοντά».

– Ποιες είναι οι προσωπικές σου φιλοδοξίες για το μέλλον. Τόσο για το υπόλοιπο της καρίερας σου όσο και για μετά το πέρας αυτής.

Α.Π.: «Δεν έχω κάποια συγκεκριμένη φιλοδοξία, εγώ αυτήν τη στιγμή απολαμβάνω πάρα πολύ αυτό που κάνω και το μόνο που θέλω είναι να είμαι υγιής όπως και όλοι οι αθλητές. Θέλω να συνεχίσω σε υψηλό επίπεδο και να αρπάζω τις ευκαιρίες που μου δίνονται. Διότι και η παρουσία μου στο εξωτερικό έχει ημερομηνία λήξης, προσπαθώ να την ευχαριστηθώ, να την αξιοποιήσω και ταυτόχρονα να βελτιώνομαι, να γνωρίζω νέους πολιτισμούς, νέους ανθρώπους. Είναι και οι εμπειρίες, πέραν από το βόλεϊ».

Επιμέλεια: Μάριος Μάντζος

Εύα Χαντάβα: «Επένδυση στις Ελληνίδες παίκτριες και στην προβολή του αθλήματος»

Ο ΠΑΣΑΠ φιλοξενεί σήμερα στην επίσημη ιστοσελίδα του την Ελληνίδα αθλήτρια, Εύα Χαντάβα. Η διεθνής με την Εθνική μας Ομάδα ακραία αγωνίζεται φέτος στον ΠΑΟΚ, επιστρέφοντας στη χώρα μας μετά από μία επταετία.

Έχοντας ξεκινήσει από τον Γ.Σ. Γρεβενών της γενέτειράς της, αποκτήθηκε από τον Ηρακλή, στη συνέχεια από τον Ολυμπιακό για να ακολουθήσουν κατά σειρά η ιταλική Fontanellato, η τούρκικη Karsiyaka, ο Φ.Ο. Βριλησσίων, η 3BB Nakornnont της Ταϊλάνδης, η Lokomotiv Baku από το Αζερμπαϊτζάν, η CSM Targoviste της Ρουμανίας, η βραζιλιάνικη Fluminense και η Bandung Bank της Ινδονησίας.

Η Εύα Χαντάβα αποκλειστικά στο pasap.eu:

– Μετά από αρκετό καιρό στο εξωτερικό, επέστρεψες στην Ελλάδα για να παίξεις και πάλι βόλεϊ εδώ. Τι ήταν εκείνο που σε ώθησε στο να πάρεις το δρόμο της επιστροφής στη χώρα σου;

Ε.Χ.: «Ο ΠΑΟΚ είναι ένας σύλλογος ο οποίος δείχνει να ενδιαφέρεται πάρα πολύ για το βόλεϊ και έχει πολύ μεγάλο όραμα για το μέλλον, κάτι που για έναν αθλητή είναι πολύ σημαντικό. Δεν αρκεί μόνο να είσαι καλά οικονομικά. Παρόλο που βρισκόμαστε στην Pre League, ο ΠΑΟΚ λειτουργεί σαν ένας σύλλογος της Volleyleague».

– Έχεις περάσει από πολλές διαφορετικές χώρες. Έχεις ζήσει την αθλητική τους κουλτούρα και το πώς λειτουργεί το βόλεϊ εκεί. Είσαι η πλέον κατάλληλη να αναφερθεί στις βασικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στο ελληνικό βόλεϊ και το εξωτερικό.

Ε.Χ.: «Στο εξωτερικό τα πράγματα είναι πολύ πιο οργανωμένα. Υπάρχουν περισσότεροι προπονητές, γίνονται ατομικές προπονήσεις, υπάρχει μία συνεχής επένδυση. Εδώ το βόλεϊ στις γυναίκες δεν είναι επαγγελματικό. Είναι ερασιτεχνικό. Επομένως, δεν μπορείς να ζήσεις μόνο από αυτό. Στις χώρες που εγώ έχω παίξει, οι κοπέλες που έπαιζαν βόλεϊ ζούσαν και εξαρτούνταν από αυτό καθαρά.

Εδώ στην Ελλάδα είναι δύσκολο να γίνουν ατομικές προπονήσεις το πρωί γιατί οι περισσότερες δουλεύουν για να τα βγάλουν εις πέρας. Κι εκ των πραγμάτων αυτό δημιουργεί πρόβλημα στο πώς δουλεύει μία ομάδα. Για να γίνεις καλύτερος παίκτης, πρέπει να έχεις ανταγωνισμό στην προπόνηση.

Το κακό τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα είναι η οικονομική κρίση που μαστίζει όλες τις ομάδες. Επομένως δεν είχαν εκείνες τη δυνατότητα να φέρουν καλές ξένες, που μπορούν να βοηθήσουν κι εμάς τις Ελληνίδες τόσο στη νοοτροπία όσο και στην πράξη, κι αυτό έριξε την ποιότητα του ελληνικού βόλεϊ. Παρά την πτώση, όμως, θεωρώ ότι τα τελευταία δυο χρόνια το ελληνικό πρωτάθλημα αρχίζει και ανακάμπτει».

– Ποια θεωρείς ότι είναι τα πιο δυνατά στοιχεία του βόλεϊ στη χώρα μας, στα οποία πρέπει το ίδιο το άθλημα να επενδύσει;

Ε.Χ.: «Έχουμε πολλές καλές Ελληνίδες παίκτριες οι οποίες μπορούν να πάνε το βόλεϊ μπροστά. Αυτό είναι κάτι πάρα πολύ θετικό κι ελπιδοφόρο και αποδεικνύεται. Ένα πολύ καλό παράδειγμα είναι η περσινή κατάκτηση του ευρωπαϊκού τίτλου από τον Ολυμπιακό, κάτι που έστειλε μήνυμα σχετικά με τις δυνατότητες των ελληνικών ομάδων. Θεωρώ δηλαδή ότι πρέπει οι ιθύνοντες να επενδύσουν στις Ελληνίδες παίκτριες, να τις δουλέψουν σωστά και σκληρά από μικρές ηλικίες ώστε να γίνουν αργότερα πολύ υψηλού επιπέδου αθλήτριες».

– Το ελληνικό βόλεϊ εξακολουθεί να βρίσκεται σε περίοδο κρίσης όσον αφορά στα δικαιώματα των αθλητών, για τα οποία μάλιστα πολλοί από αυτούς δεν είναι καν ενημερωμένοι, με αποτέλεσμα να μην τα διεκδικούν. Πώς θεωρείς ότι μπορεί να λυθεί αυτό το πρόβλημα;

Ε.Χ.: «Δυστυχώς, κυρίως οι γυναίκες δεν είναι ενημερωμένες. Εμείς δεν έχουμε καν συμβόλαια, έχουμε ιδιωτικά συμφωνητικά κι αυτό είναι πάρα πολύ μεγάλο μείον. Αυτό που πρέπει να αλλάξει είναι να γίνει επαγγελματικό και το γυναικείο πρωτάθλημα και να μπορούμε να διεκδικούμε κι εμείς τα χρήματά μας και τα δικαιώματα που έχουμε, ώστε να έχουμε και δίκαιες συνεργασίες.

Αυτό που πολλοί δεν ξέρουν και θα πρέπει να το γνωρίζουν είναι ότι αν μία παίκτρια ανήκει σε μία ομάδα, πρέπει να μείνει αρκετά χρόνια για να πάρει την ελευθέρας της! Και αυτό είναι μεγάλο «αγκάθι» διότι πολλοί παράγοντες κρατούν μία παίκτρια στην ομάδα τους, χωρίς να την οφελεί αυτή σε κάτι, για να πάρουν περισσότερα χρήματα. Και πολλές φορές δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους οι ομάδες και αναγκάζονται πάρα πολλές παίκτριες να μένουν σε συλλόγους χωρίς να το θέλουν. Σε χώρες όπως η Σερβία και η Βουλγαρία που έχουν πάρα πολύ καλούς παίκτες, μέχρι τα 18 τους ανήκουν στο σωματείο αλλά από εκεί και πέρα είναι ελεύθεροι να φύγουν. Εδώ μία παίκτρια είναι καταδικασμένη να πληρώσει από την τσέπη της για να πάρει την ελευθέρας της ή να χάσει την ευκαιρία να διεκδικήσει κάτι καλύτερο για το μέλλον της».

– Οι άδειες εξέδρες είναι πάντοτε μία λυπηρή εικόνα κυρίως για τον αθλητή αλλά και για τον απλό φίλαθλο. Ακόμη και σε ομάδες υψηλής δημοτικότητας, δεν είναι παρά λίγες οι φορές που το γήπεδο γεμίζει. Τι πιστεύεις ότι θα μπορούσε να προσελκύσει περισσότερο κόσμο στους ελληνικούς αγώνες βόλεϊ;

Ε.Χ.: «Θεωρώ ότι θα έπρεπε να γίνει λίγο πιο εμπορικό το άθλημα, με το να το διαφημίζουν περισσότερο, αλλά πιστεύω ότι πρέπει να βάλουν και τον κόσμο στο παιχνίδι. Σε αυτό το κομμάτι εγώ έχω σαν εικόνα μου τη Βραζιλία, όπου κάθε αγώνας ήταν πραγματική γιορτή. Για παράδειγμα, ανάμεσα στα σετ υπήρχαν διάφορες δραστηριότητες με πρωταγωνιστές τους φιλάθλους. Διοργανώνονταν διαγωνισμοί όπου ο νικητής κέρδιζε π.χ. μία φανέλα της ομάδας. Και άλλα τέτοια μικρά παιχνιδάκια που ήταν πραγματικά υπέροχα κι έβλεπες τον κόσμο να διασκεδάζει, να περνάει καλά. Αυτά λείπουν από το ελληνικό βόλεϊ.

Επίσης, θεωρώ ότι το άλφα και το ωμέγα είναι η τηλεόραση, διότι εκεί γίνεται η περισσότερη διαφήμιση. Αλλά πρέπει να γίνει πιο εμπορικό το άθλημα και αυτό χρειάζεται να το κυνηγήσουν οι άνθρωποι που το διοικούν. Και να παίζουν με τον κόσμο, το ξαναλέω. Να βάζουν τον φίλαθλο σε μία διαδικασία να χαίρεται γι’ αυτό που πάει να δει και να νιώσει μέρος του. Υπάρχουν πράγματα και μπορούν να βρεθούν πολλές ιδέες αν υπάρχει θέληση».

– Είσαι αισόδοξη ότι το ελληνικό βόλεϊ μπορεί να μπει σε έναν ίσιο δρόμο και να βρει τον τρόπο να ανακάμπτει χρόνο με το χρόνο;

Ε.Χ.: «Ναι, είμαι πάρα πολύ αισιόδοξη διότι φαίνεται πως υπάρχει ανάκαμψη και διάθεση να συνεχίσουμε σε αυτό το δρόμο. Και οι ομάδες και οι παίκτριες το επιθυμούν και το δείχνουν. Ήδη οι Εθνικές μας Ομάδες έχουν αρχίσει να ανεβαίνουν αρκετά, δηλαδή παίρνουμε νίκες, προκρινόμαστε σε μεγάλες διοργανώσεις και αυτό από μόνο του δείχνει πως το ελληνικό βόλεϊ έχει ζωντανή την ελπίδα».

– Θα ήθελες να στείλεις κάποιο μήνυμα στις συναθλήτριες και τους συναθλητές σου για το έργο του ΠΑΣΑΠ;

Ε.Χ.: «Πρέπει να είμαστε δίπλα στον ΠΑΣΑΠ όσο μπορούμε, διότι αν είμαστε όλοι μαζί είναι πιο εύκολο να πετύχει το έργο μας, παρά να προσπαθούν συγκεκριμένα μονο άτομα. Όλοι οι αθλητές πρέπει να είμαστε μαζί, ενωμένοι. Εύχομαι πραγματικά στον ΠΑΣΑΠ να πετύχει πράγματα που δεν είχαν επιτευχθεί στο παρελθόν και που θα βοηθήσουν πολύ το ελληνικό βόλεϊ».

– Πώς φαντάζεσαι την Εύα Χαντάβα μετά από χρόνια; Κοντά στο άθλημα;

Ε.Χ.: «Με τις σκέψεις που έχω τώρα, θεωρώ ότι θα είμαι κοντά στο άθλημα και αφότου σταματήσω. Αλλά είναι νωρίς, έχω ακόμη επτά χρόνια περίπου ως παίκτρια. Θέλω να είμαι κοντά στο χώρο, ναι. Τώρα σαν τι δεν το ξέρω. Θέλω να ασχοληθώ με παιδάκια (χαμογελάει)».

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Μάριος Μάντζος